www.hungry.gr  Για τους φίλους τής γεύσης.
Ταχεία αναζήτηση   Βοήθεια
Φαγητα Σάλτσες & Κρέμες Σαλάτες Γλυκά Μπαχαρικά Tips O έρωτας... | Κάβα,μπάρ
Επικοινωνία | Editorial | Κεντρική σελίδα | Forum | Η δική σας συνταγή | chat | Traffic


forum του hungry.gr

Αλλα άρθρα στο forum


Αρθρα του:
Γράψτε το δικό σας κείμενο Τελευταία 60 άρθρα
Αντίο

Τίνα Σταύρου   3 / 6 / 2004

Θυμάμαι πολύ ξεκάθαρα τη μέρα που σε πρωτοείδα.
Ηταν τέλος Αυγούστου. Είχα κάνει μια χάρη σ’ ένα γνωστό κι επέμενε να 
μου την ανταποδώσει. «Βρες μου ένα κουτάβι bobtail» του είπα, για να 
τον ξεφορτωθώ, σίγουρη, πως δεν υπήρχε περίπτωση να βρει. Σε μερικές 
μέρες, ήρθε στο γραφείο μου με τη Χρυσή Ευκαιρία. Είχε βρει μια 
αγγελία για κουτάβια. Ομως ήταν περασμένη και μάλλον δεν θα είχε 
μείνει κανένα. Τηλεφώνησα γεμάτη αγωνία. Είχαν μόνο ένα, θηλυκό. Το 
προηγούμενο σκυλί μου, ο Ράλφυ, κι αυτός Bobtail, ήταν αρσενικό. Πως 
θα ήταν άραγε η ζωή, μ’ ένα θηλυκό σκυλί? Ηρθα να σε δω.
Ησουν πεντάμορφη. Μύριζες κουταβίλα, ήσουν πανάλαφρη σαν φτεράκι, και 
όλο φίλαγες. Είχες τα ωραιότερα γαλάζια μάτια του κόσμου. Τόσο 
φωτεινά, που αναρωτήθηκα την ηλίθια απορία των άσχετων : Μα βλέπει 
καλά μ’ αυτά τα μάτια? 
Εβλεπες πολύ καλά. Εβλεπες πολύ περισσότερα από όσα βλέπουν τα 
υπόλοιπα μάτια και πολύ πιο ξεκάθαρα. Σε πήρα σπίτι την ίδια μέρα. 
Τρόμαξες πολύ στο αυτοκίνητο. Ηπιες 2 τεράστια μπωλ γάλα κι έφαγες κι 
ένα μπωλ ξερή τροφή. Σε όλη σου τη ζωή, ποτέ δεν ξαναέφαγες τόσο 
πολύ. Μάλλον σκέφτηκες, «ας φάμε και φεύγουμε».
Εκείνη τη μέρα, γράφτηκες στην οικογενειακή μου μερίδα. Δεν ήξερα πώς 
να σε βγάλω. Στην αρχή σκέφτηκα να σε βγάλω Λολίτα. Ησουν μικρή και 
χαριτωμένη. Ομως ήσουν σαν αγγελάκι. Γλυκειά κι αθώα. Κι αυτό το 
όνομα, δεν σου πήγαινε. Την άλλη μέρα το αποφάσισα. Θα σε βγάλω 
Μελένια. Είσαι γλυκειά σαν μέλι. Σου τραγουδούσα και το τραγούδι :
Τα δυο χείλια σου είναι μέλι,
Μέλι, Μέλι, Μέλι, Μέλι,
μέλι που χει βγει από ανθό.
Φίλα με και μη σε μέλλει 
Μέλι, Μέλι, Μέλι, Μέλι,
Μέλι, μη σε μέλλει για κακό.
Μελένια λοιπόν, ή Μέλι, για χαηδευτικό. Κι όποιος σε γνώριζε έλεγε, 
πως δεν θα μπορούσαν να σε λένε αλλιώς, τόσο γλυκειά που ήσουν. 

Είχες μια έμφυτη ευγένεια, μια αγάπη και μια ηρεμία, που δεν ξέρω από πού πήγαζαν, αν όχι από τη λεπτή σου φύση. Εμαθες πολύ γρήγορα, όσα εγώ θεωρούσα σημαντικά. Ησουν πολύ υπάκουη αν και πολύ ζωηρή και παιχνιδιάρα. Ησουν πολύ έξυπνη. Καταλάβαινες τα πάντα. Ξέρεις, Μελένια, πολύ άνθρωποι, μας κορόιδευαν. Εμένα δηλαδή. Ας πούμε άκουγαν αυτή την κοινοτυπία «καταλαβαίνει τα πάντα» και κρυφογελούσαν. Τους φαινόμουν λίγο γραφική. Δεν μπορούσαν να αντιληφθούν ότι είχες μια απίστευτη δυνατότητα κατανόησης. Οτι καταλάβαινες τους ανθρώπους από την αύρα κι ακόμα κι εσύ η τόσο ελαστική κι αγαπησιάρα, με μερικούς, ελάχιστους είναι η αλήθεια, γινόσουν επιφυλακτική. Τους φαινόμουν γραφική που λες. Μάλιστα κάποιοι, που δε με χώνευαν, είπαν κάποια στιγμή σε μια μου φίλη. «Μα τόσο νέα κι όμορφη κοπέλα, να είναι τόσο αφοσιωμένη, να μην έχει τίποτε άλλο ν’ ασχοληθεί, παρά μ’ ένα σκύλο?» Λες και η νεότητα και η ομορφιά δεν πάνε με τους σκύλους. Λες κι εγώ δεν ήξερα ότι είσαι σκύλος. Λες και σε είχα για παιδί. Δεν σε είχα για παιδί. Σε είχα για σκύλο. Αλλά από τότε που σε γνώρισα, Μελένια, άρχισα να υποψιάζομαι, ότι ό άνθρωπος από καθαρό εγωισμό θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τα άλλα είδη. Οτι όταν ο Θεός μας έφτιαξε όλους, κι εσένα κι εμένα, μάλλον μου έδωσε εμένα την έντεχνο σοφία συν πυρί για να μπορώ να τη βγάλω καθαρή χωρίς ένστικτα, χωρίς σεβασμό για τα άλλα του δημιουργήματα. Κι άρχισα που λές, παρατηρώντας σε να σέβομαι το περιβάλλον, τη Φύση, τα άγρια και τα εξημερωμένα ζώα, που με τόση απλοχεριά και πόνο, λιγοστεύουν το χώρο τους για ν’ απλωθώ εγώ.
Οταν ήσουν ενός έτους πήγαμε διακοπές στην Κέρκυρα. Μετά στην Αμοργό και τη Σίφνο. Μετά στα Κύθηρα. Μετά τα Κύθηρα, το καλοκαίρι που έκλεισες τα 4, δεν πήγαμε διακοπές. Γέννησες τότε. Εκανες 6 μωρά. Αποφάσισα να τους δώσουμε ονόματα αστεριών κι αστερισμών. Τα είπαμε Σύριο, Ορίωνα, Ηριδανό, Ιάσωνα, Ορφέα και την πιο μικρή, Μάγια (την αστραφτερή). Πόσα έμαθα και τότε από σένα και τα μωρά σου. Παιδευτήκαμε λίγο να τους βρούμε καλές οικογένειες, να τ’ αγαπάνε, αλλά πετύχαμε. Είναι όλα ευτυχισμένα. Εκείνη τη χρονιά, βάλαμε τα κουταβάκια στο Tigra και βουρ για Λεμονοδάσος. Το αγαπούσες το Λεμονοδάσος. Πηγαίναμε το πρωί στη θάλασσα και το απόγευμα κατεβάζαμε τα κουταβάκια στην αυλή. Θυμάσαι τι ζωηρά που ήταν? Κι ήταν κι αυτά πολύ φιλησιάρικα σαν κι εσένα. Φιλησιάρικα και τρυφερά. Το βράδυ, τα βάζαμε να κοιμηθούνε και βγαίναμε έξω για ποτάκι. Πάντα σου άρεσαν οι περαντζάδες στα νησιά. Αγωνιούσες μέχρι να βρεις τραπέζι προς τη μεριά της κίνησης. Υστερα καθόσουν αναπαυτικά, σταυροπόδι κι έκοβες κίνηση ώσπου να φύγουμε. Τσίμπαγες και το φυστίκι του ποτού, βασίλισσα. Οποιος σε έβλεπε δεν σε ξεχνούσε. Θυμάμαι την πρώτη βραδιά στα Κύθηρα, που άκουσα μια κοπέλα πίσω μου να λέει. Να αυτό το σκυλί μοιάζει μ’ αυτό που είδαμε πέρσυ στη Σίφνο. Αυτό το σκυλί, είναι αυτό που είδατε πέρσυ στη Σίφνο, στους είπα. Τους θυμόμουν από τα χάδια που σου κάνανε. Ησουν πεντάμορφη καρδιά μου. Σα νεράιδα, σα πριγκήπισσα. Τα μαλλιά σου, μακριά και λαμπερά, σου πέφτανε πάντα μες στα μάτια. Σου τα σήκωνα ψηλά με δυο φιογκάκια, κάθε μέρα άλλο χρώμα. Στις μεγάλες γιορτές, σου έφτιαχνα μόνη μου φιογκάκια αμπιγιέ. Κι όλοι λέγανε, Μελένια, τι όμορφη που είσαι και τι ωραία μάτια. Ξέρεις Μελένια, εσύ είσαι που διέψευσες τον κανόνα, πως οι όμορφες είναι κακές και στριμμένες ή χαζές. Ησουν όμορφη, ήσουν καλή, ήσουν έξυπνη, είχες τις χάρες όλες και κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Ο μόνος στον οποίο τσαμπουκαλευόσουνα ήταν ο Ομαρ. Κι αυτό, όχι γιατί δεν τον συμπαθούσες, ίσα ίσα, τον λάτρευες. Αλλά επειδή κι εκείνος σε λάτρευε και ήταν θύμα του έρωτά σου, έβρισκες και τά ‘κανες. Αυτός ήταν τζέντλεμαν. Σε άφηνε πάντα πρώτη να πιεις νερό και σου έδινε το πιάτο του να φας. Άλλο που εσύ δεν τον άφηνες να πλησιάσει το δικό σου. Τι θα κάνει τώρα ο Ομάρ, χωρίς εσένα? Κι εγώ τι θα κάνω?
Θυμάσαι τη χρονιά που πήγαμε στη Φολέγανδρο? Κατεβαίναμε στην πλατεία για ρακόμελα και γύριζες όλα τα τραπέζια και σου δίνανε τα παστέλια. Οταν το ανακάλυψα έγινα έξαλλη. Αλλά πια, τα είχες φάει. Την άλλη χρονιά, σχεδιάσα ένα ταξίδι, που ήθελα χρόνια να το κάνω. Ιταλία και Αυστρία, οδικώς. Καμπίνα, που επιτρέπονται οι σκύλοι, φουλ κλιματισμός και να σαι πουλάκι μου στο Ponte Vecchio. Πέρασες ωραία νομίζω σ’ αυτό το ταξίδι. Κι αν κουράστηκες λίγο στ’ αμάξι, ήθελα να σου πω Μελένια, πως δεν άντεχα να σ’ αφήσω πίσω. Ολο το χειμώνα, μου έδινες τόση αγάπη και στοργή, έκανες τόση υπομονή για να πας μια βόλτα, βαριόσουν τόσο πολύ, που τις λίγες μέρες που θα περνούσα καλά δεν μπορούσα να μην τις περάσω μαζί σου. Να με δεις λίγο ξεκούραστη και χαλαρή, να παίξουμε λίγο όπως στο πάρκο του Σάλτσμπουργκ, να σου αγοράσω κοκκαλάκια κι ένα καινούργιο λουράκι, να μοιραστούμε ένα gelato. Θυμάσαι που μόλις καθόμασταν για φαγητό, ερχόταν κάποιος και σου έφερνε ένα πιάτο με νερό? Την πρώτη φορά που έγινε αυτό, έμεινες λίγο έκπληκτη, όμως αμέσως μπήκες στο πετσί του ρόλου και άρχισες να κυκλοφορείς με την γνωστή σου περηφάνεια και το κεφάλι ψηλά. Εμαθες όλα τα σημεία με ποτίστρες στο Σάλτσμπουργκ και μας περνούσες από κει με το ζόρι. Κι ας μη διψούσες. Για να κάνεις χρήση του δικαιώματος. Γυρίζοντας στο Μιλάνο κι έχοντας μάθει τι σημαίνει «Ma che bella, che miracolo, e un pastore ingleze?» Ετρεχες αμέσως προς την κατεύθυνση που ακουγόταν μια τέτοια φράση. Γύριζες και με κύτταζες σαν να μου έλεγες, «οι ωραίοι, έχουν χρεή»…
Γυρίζοντας στην Ελλάδα, χάρισα μια μέρα στο βαφτιστήρι, μια από αυτές τις κορδέλλες που κρεμονται στο λαιμό και στην άκρη τους κρεμάς τα κλειδιά, ή το κινητό ή ένα ταμπελάκι με το όνομά σου. Μικρός καθώς μου φάνηκε και μεγάλη η κορδέλλα, μου θύμισε αυτά τα περιδέραια που φοράνε οι δήμαρχοι όταν υποδέχονται επισήμους. Επιασα κι έγραψα στο καρτελάκι. Βαγγέλης, Δήμαρχος της Μελένιας. Του εξήγησα ότι εσύ είσαι από δω κι εμπρός ο πολίτης του. Ανέβαινε στα σκαλάκια και σου έβγαζε λόγο. Στο τέλος σε μπούκωνε ένα κουτί μπισκότα ή πατατάκια. Τώρα είναι κι αυτός χωρίς πολίτη και χωρίς «σκυλάκι του».
Και η καρδιά μου έχει αδειάσει. Τα μάτια σου τα γαλανά, τα νερένια τα βλέπω καρφωμένα πάνω μου να με παρακολουθούν με αμείωτο ενδιαφέρον ό,τι κι αν κάνω. Θυμάμαι πως καθόσουν μπροστά μου κι έκανες το «καλό παιδί», κάθε φορά που ήθελες να σου δώσω μεζεδάκι από κάτι που μαγείρευα. Στο τραπέζι, δεν ζητούσες ποτέ. Αλλά στην κουζίνα, όλο και κάτι περίμενες…
Ξέρεις Μελένια, όταν αποφάσισα να σε χειρουργήσω, τα ζύγισα πολύ τα πράγματα. Το συζήτησα με την κυρία Μάγδα, τη γιατρό σου, πολλές φορές. Με τον Ομηρο, άλλες τόσες. Πίστευα ότι θα ήταν καλύτερα για σένα. Οτι θα ζούσες χωρίς ύπουλους κινδύνους τα υπόλοιπα 5-6 χρόνια της ζωής σου. Ανησυχούσα για την έκβαση της επέμβασης. Αλλά όταν την Πέμπτη το απόγευμα σε πήρα από την κλινική και περπατούσες, κι είδα το πλατύ χαμόγελο της κυρίας Μάγδας, σιγουρεύτηκα ότι είσαι καλά. Την Κυριακή το απόγευμα αποφάσισα να σε πάω μια βόλτα. Την πρώτη βόλτα με τα πόδια μετά την επέμβαση. Ηρθε και το Λιάκι το αγαπημένο σου που το είχες σαν κουτάβι, και πήγαμε για καφέ. Φαινόσουν χαρούμενη και καλά. Ωσπου πέρασαν κάτι σκυλιά, σηκώθηκες να τα δεις, εμφανίστηκε ξαφνικά μια αγέλη αδέσποτα, τρόμαξες κι έπεσες κάτω. Κάτω στο χώμα. Σπαρταρούσε το σώμα σου και η Λία φώναξε, Τίνα το σκυλί δεν είναι καλά. Επεσα πάνω σου, σου έκανα μαλάξεις. Σε κράτησα στην αγκαλιά μου. Μια κυρία μου είπε, Let him help, he is a doctor, Who ‘s a doctor, please help me. Don’t let her go Πάρε την κυρία Μάγδα Δεν μπορώ Τι έγινε, πάθανε κάτι τα κορίτσια? Please help me Το σκυλί έπεσε Ανακοπή She is not coming back Please don’t leave her. Its no use Μωρό μου Πουλάκι μου Μην κάνεις έτσι Τίνα Μελένια, μωρό μου που είσαι Μη φεύγεις Μην κάνεις έτσι κοπέλα μου συμβαίνουν αυτά Σας παρακαλώ κυρία μου, ούτε μένα ξέρετε ούτε το σκυλί μου Γιώργο, έλα να μας πάρεις η Μελένια πέθανε η Τίνα δεν είναι καλά Στο Θησείο Τι έγινε ρε παιδιά Μωράκι μου γλυκό Μελένια μου Αγγελάκι μου
Ο γιώργος κλαίει. Η λία κλαίει. Μόνο εγώ δεν μπορώ να κλάψω. Τι θα κάνουμε? Εγώ παιδιά θα πάω στον Πόρο. Θαρθώ κι εγώ μαζί σου. Θα σας πάω εγώ με το αμάξι μου. Η μυρτώ κλαίει. Η δήμητρα κλαίει. Μην πείτε ψέμματα στο παιδί. Φτάνουμε στον Πόρο. Ο μπαμπάς μου έχει σκάψει στο περιβόλι. Τυλίγω το μωρό μου μ’ ένα σεντόνι. Πάει το αγγελάκι μου. Η μαμά μου κλαίει. Ο μπαμπάς μου κλαίει. Ολοι κλαίνε για το μικρό με τα θαλασσιά μάτια. Κλαίω κι εγώ γονατισμένη δίπλα στο λάκκο που έχωσα το μωρό μου.
Στην καρδιά μου έχουν μείνει τα μάτια του. Στην καρδιά μου έχει μείνει άδεια η θέση του. Η οικογενειακή μου μερίδα, άδειασε. Σήμερα το πρωί, είδα στην μπροστινή αυλή δυο μικρές κίτρινες πεταλούδες να σηκώνουν την ψυχή της Μελένιας. Στο μνήμα της, άφησα ένα ματσάκι γιασεμιά κι ένα ροζ γεράνι. Το γεράνι, διώχνει τα κουνούπια.
Μελένια σ’ αγαπάω και ξέρω πως για μια φορά ακόμη φαίνομαι γραφική. Ομως σ’ αγαπάω και είμαι πολύ περήφανη που έζησα μαζί σου. Στο καλό και να με βλέπεις. Γεια σου μωρό μου.

Τα κείμενα που δημοσιεύονται στο forum εκφράζουν τις απόψεις τών συντακτών τους και όχι απαραίτητα αυτές τών συντελεστών τού site.



Σχολιάστε το/Απαντήστε | Εμφάνιση τών σχολίων (29)

Επικοινωνία | Editorial | Κεντρική σελίδα | Forum | Η δική σας συνταγή | Traffic

© Copyright: e-llusion 2001