![]() |
|
|||||||||
|
||||||||||
|
Λουϊζα Κορνάρου 4 / 10 / 2004
Για ένα κανονικό ταψί του φούρνου, χρειάστηκε: 23 φύλλα κρούστας (11 κάτω και 12 πάνω) 1 ½ λίτρο φρέσκο γάλα 1 ποτήρι του νερού ζάχαρη (τα στενά του καφενείου, με τις «δαχτυλιές» χαμηλά = 1 κεσέ του γιαουρτιού) 1 ποτήρι σιμιγδάλι χοντρό + ½ ποτήρι ψιλό 6 αυγά Ξύσμα ενός ολόκληρου κίτρινου λεμονιού Βούτυρο φρέσκο Για το σιρόπι: 2 ποτήρια ζάχαρη 1 ποτήρι νερό λίγο μέλι καλής ποιότητας (μια γερή κουταλιά της σούπας) 1 χαρτάκι βανίλια τον χυμό από το παραπάνω λεμόνιΗ εκτέλεση Ετοιμάζουμε το σιρόπι, αφού βάλουμε να βράσει το νερό με την ζάχαρη. Οταν αρχίσει να δένει και είναι ώρα να το βγάλουμε απ’ τη φωτιά, προσθέτουμε τη βανίλια, το μέλι και τον χυμό του λεμονιού. Τα αφήνουμε να πάρουν μισή βράση όλα μαζί και βάζουμε το σιρόπι κατά μέρος για να είναι χλιαρό, όταν θα ‘ρθει η ώρα του να λούσει, το καυτό γαλακτομπούρεκο. Παράλληλα, ξεκινάμε την κρέμα. Πριν το γάλα γίνει καυτό, ρίχνουμε τη ζάχαρη και κατόπιν το σιμιγδάλι. Ανακατεύουμε συνεχώς με ξύλινη κουτάλα, σε χαμηλή φωτιά μέχρι ν’ αρχίσει να πήζει. Στο μεταξύ, έχουμε χτυπήσει τα αυγά μας επίμονα με σύρμα, και αφού αποσύρουμε την κρέμα από τη φωτιά και κρυώσει λίγο, τα ρίχνουμε και ανακατεύουμε καλά. Τέλος προσθέτουμε το ξύσμα από το λεμόνι. Ξεκινάμε και στρώνουμε τα φύλλα αφού τα βουτυρώσουμε επιμελώς, ένα- ένα. Στα 11 σταματάμε και ρίχνουμε την κρέμα. Ξανά τα φύλλα, ξανά βουτύρωμα. Στο 12ο –προσέξτε το αυτό- προσθέτουμε στο κατσαρολάκι με το βούτυρο που έχει απομείνει 2 κουταλιές της σούπας νερό. Με αυτό βουτυρώνουμε ,και έτσι ,εγγυημένα, το χρώμα του γαλακτομπούρεκου θα είναι το ιδανικό. Χαράζουμε με τον γνωστό τρόπο – οπωσδήποτε να μην φτάσει το μαχαίρι μας ως την κρέμα- το ‘φτύνουμε, το σταυροκοπάμε και το ρίχνουμε στον φούρνο, στους 180 βαθμούς, για τρία τέταρτα έως μια ώρα, περίπου. -Αυτοί οι κοψάκηδες, γονατίζουν με τα γλυκά, ιδίως τα σοροπιαστά, σκέφτηκε η κ. Παπαδήμου. Θα σου τον κάνω εγώ, να ορκίζεται στ’ όνομά μου…. Στις 11:00 όλα ήταν στη θέση τους και κείνη, χαμογελαστή και ορεξάτη, δίπλα στην μισάνοιχτη πόρτα. Αμέσως εμφανίστηκε και κείνος, κουστουμαρισμένος, σκυθρωπός, δύσκολος. Η κ. Παπαδήμου δεν πτοήθηκε, διότι, πριν την καλημέρα και τις συστάσεις, διέκρινε μια ανεπαίσθητη κίνηση στην άκρη, του ρουθουνιού του: τον είχε πιάσει η μυρωδιά…. -Αιμίλιος Κέος, της είπε σχεδόν ψιθυριστά. Εχουμε ραντεβού, να μην καθυστερούμε…. Σχεδόν αδιάκριτα, την προσπέρασε και μπήκε στο στενό χωλ. Η κ. Παπαδήμου, έκλεισε την πόρτα, στήθηκε μπροστά του ώστε να του κόψει την οπτική επαφή με το ταψί του γαλακτομπούρεκου, τέντωσε το στρουμπουλούτσικο χεράκι της και τον οδήγησε στο δωμάτιο, το γραφείο σαν να λέμε, το επαγγελματικό. Εκείνος ο χώρος, ήταν επίσης μικρός αλλά οπωσδήποτε είχε και αυτός την σφραγίδα της. Μια κατακόκκινη βελούδινη μπερζέρα, απ’ την γιαγιά της βάσταγε, ήταν για τον πελάτη. Τραπεζάκι στρογγυλό, παλιό αλλά καλογυαλισμένο και, απέναντι, η δική της θέση: μια ξύλινη παλιά καρέκλα με τορναριστά κολωνάκια στην ψηλή πλάτη, τόση ώστε να ξεπερνάει το κεφάλι της και να μοιάζει σαν πριγκηπική κορώνα. Γυάλινες σφαίρες και τέτοια δεν είχε. Ο χαμηλός φωτισμός και τα αρωματικά κεριά, της ήταν αρκετά. -Βολευτείτε, ως να σας ψήσω ένα καφεδάκι κύριε Αιμίλιέ μου… -Να μένει! Της είπε αυτός κοφτά, για άλλη δουλειά έφτασα ως την πόρτα σας. -Οπως θέλετε, δεν είναι δα και για παρεξήγηση… Λοιπόν σας ακούω. -Είμαι έμπορος. Η γυναίκα μου έφυγε εδώ κι ενάμισυ μήνα. Πήρε μαζί της μόνο ότι της ανήκε από την προίκα της, που να κουβαλιέται στο ένα χέρι. Την ψάχνω. -Ααααχα! Τι άλλο; -Τίποτ’ άλλο. Με στείλανε σε σας, γιατί λένε πως τα καταφέρνετε με τις μαντείες. Για να δούμε λοιπόν: Που είναι η γυναίκα μου κυρία Παπαδήμου και γιατί έφυγε; Η κ.Παπαδήμου, άφησε το σώμα της να το ρουφήξει η καρέκλα. ‘Εριξε το κεφάλι πίσω, μισόκλεισε τα μάτια και στο ημίφως, άρχισε να εξετάζει τον πελάτη της, όπως ο έμπειρος ζωγράφος τη σύνθεσή του: χμμμμ, εύπορος έμπορος που ψώνισε πλουσία για να ανέβουν τα γράδα του. Δεν πήρε γυναίκα για κουζίνα και για κρεβάτι, πορσελάνινη κούκλα αγόρασε για να την καμαρώνει. Η ψύχρα της τον κ#αύ*λ&νε, η παγωμάρα της. Δεν σκέφτηκε ποτέ να την κατακτήσει, ήθελε μόνο να την έχει. Σαν μπιμπελό ας πούμε. Δεν την ήθελε πίσω γιατί την αγαπούσε. Την ήθελε για να την τιμωρήσει και για να έχει μούτρα να ξαναφανεί στο σινάφι του, νικητής. Πήρε δυο-τρεις βαθιές ανάσες, σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι, γύρισε τα μάτια της να φανεί το άσπρο του βολβού –παλιό κόλπο- τέντωσε τον λαιμό και άρχισε να μιλάει, δίχως κόμμα, δίχως τελεία, δίχως ανάσα… -είναι σε θάλασσα κοντά με νεαρό τρυφερό μοναχικό ευαίσθητο στις φούχτες μαζί με το χέρι του κρατάει μαλαματικό παλιό κοραλλένιο τον κοιτάει και βλέπει αλλού ποτέ καμιά γυναίκα δεν θέλησε να φιληθεί από σένα με τόση λαχτάρα με τόση λαχτάρα μέχρι να ραγίσει ο λαιμός μέχρι να λύσουν οι άκρες του λέει ποτέ κανένας άντρας δεν θέλησε ν’ αγκαλιαστεί τόσο βαθιά τόσο βαθιά μέχρι να στάξει το σώμα του στη γη της λέει ο αέρας ανεμίζει φόρεμα λευκό το πανί της βάρκας τους σημαδεύει τα χέρια σφίγγουν σφίγγουν το κοράλλι πέφτει χάμω σκύβουν φιλιούνται φιλιούνται… -Πάψε! Πάψε επιτέλους χοντρή κομπογιαννίτισσα! Δεν ζήτησα να μου πεις τι κάνει. Που είναι, πες μου, που ακριβώς! Κι αυτό το γαλακτομπούρεκο –νομίζεις δεν το είδα;- μου ‘σπασε τη μύτη. Που είναι αυτή η θάλασσα, ποιος είναι αυτός; Θα τον ξετινάξω τον παλιο…. -Α, όλα κι όλα κύριε Αιμίλιέ μου, βιαζόσαστε. Βιαζόσαστε και παραφέρεστε. Δεν παρεξηγιέμαι τα ξέρω αυτά. Είναι ο εγωισμός σας βλέπετε που ‘γινε κουρελάκι. Ας κάνουμε μια μικρή διακοπή. ‘Εχω φροντίσει να έχω αρκετό χρόνο ανάμεσα στα ραντεβού για κάτι τέτοια έκτακτα. Ησυχάστε ως να σας φέρω το γαλακτομπουρεκάκι σας κι ένα νεράκι να δροσιστεί ο στόμας σας. Πέρασε από μπροστά του, αφήνοντας το σάλι της να γλύψει την άκρη του ώμου του , να του αφήσει και την άλλη μυρωδιά, την δική της αυτήν την φορά. Εφερε το γαλακτομπούρεκο σερβιρισμένο σε κατάλευκο πορσελάνινο πιατάκι πλατύ, ελαφρώς βαθύ –περίεργο- για να παίρνει το κομμάτι και το σιροπάκι του. Στο δίσκο, με νερό παγωμένο και κοκεταρία πολύ, σερβίρισε η κ.Παπαδήμου τον κ.Αιμίλιο. Με την άκρη του ματιού της διαπίστωσε, πως, σε λιγότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει, ο στρυφνός, εξεταστικός και δύσκολος έμπορος είχε καταρρεύσει. -Μόλις γλυκαθείτε, να συνεχίσουμε κ.Αιμίλιέ μου, του είπε και ξανακάθισε στην καρέκλα της. -Να συνεχίσετε και…με συγχωρείτε. Μόλις έφαγε την πρώτη μπουκιά και την γύρισε στο στόμα του, ο κ. Κέος ζαλίστηκε! Ο οισοφάγος του χαλάρωσε, το στομάχι του έγινε υποδοχέας μιας αίσθησης που είχε να την νιώσει απ’ όταν ήταν αγόρι. Ο θυμός, η ανησυχία, η κρυμμένη αμηχανία, η σκληρότητα που είχε αποκτήσει με τα χρόνια, έγιναν μια εύπλαστη μάζα που απλώς κύλησε στο μαλακό υπογάστριο. Ανατρίχιασε…. Ακούμπησε το πιατάκι, έβγαλε το καπέλο του κι έστρωσε με την παλάμη ανοιχτή κι επαρκώς ιδρωμένη, τα ίσια, γυαλιστερά μαλλιά του. Στη συνέχεια, χώθηκε μαλακά στην μπερζέρα. Τι ονειρεμένη αντίθεση! Σκέφτηκε η κ. Παπαδήμου. Το θερμό κόκκινο του βελούδου είχε αρπάξει τον γκρίζο κ. Κέο και τον έκανε να κολυμπάει στη γεύση και τις μυρωδιές, τόσο χαλαρά, όπως το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του. Από δω και στο εξής ο κ. Αιμίλιος ήταν κατάδικός της. Το γαλακτομπόυρεκο είχε κάνει τη δουλειά του και με το παραπάνω. -Μα τι τη θέλετε πια την Ειρήνη –έτσι δε λένε τη γυναίκα σας; Αυτή γυρεύει άλλα… Ενώ εσείς, εσείς είστε ένας κύριος που του πρέπει ντάντεμα κ.Αιμίλιέ μου. Θέλετε μια γυναίκα να σας φροντίζει, να σας αγαπάει. Να γυρίζετε στο σπίτι κουρασμένος και μπαϊλντισμένος απ’ τις δουλειές και να σας παίρνει η μυρουδιά απ’ το ζεστό φαγάκι. Να πίνετε το απογευματινό σας ουζάκι με μεζεδάκια ορεχτικά, μαλαχτικά. Να φαίνεται η προκοπή σας, μες στο σπίτι σας… -Η αλήθεια είναι… -Φάτε, φάτε το γλυκάκι σας και συνεχίζουμε…Η ώρα περνάει κι ο χρόνος για κάποιονε σαν κι εσάς, δεν είναι για να χάνεται… Η κ.Παπαδήμου, τάχα μου- τάχα μου ξαναπήρε θέση. Στο μεταξύ ο κ. Κέος τρώγοντας όλο και πιο λαίμαργα το γαλακτομπούρεκο έπαιρνε προσεκτικά, ευλαβικά σχεδόν, με το μαχαιράκι του πάνω στο πιρούνι, τις τελευταίες σταλαγματιές του σιροπιού. Ξεροκαταπίνοντας είπε: -Αφήστε, θα φύγω αμέσως. Θέλω να σκεφτώ. Τι σας οφείλω; -‘Οπως θέλετε. Οσο για τον λογαριασμό, όλα μαζί. Εγώ ξέρω πως θα μου ξαναρθείτε. Ετσι δεν είναι κύριε Αιμίλιέ μου; Εκείνος σηκώθηκε, έβαλε το καπελάκι του, ίσιωσε την θλιβερή του γραβάτα, την κοίταξε μέσα –μα μέσα- στα μάτια, πιο στητός απ’ ότι μπήκε, σίγουρα πιο λυμένος, χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα και χάθηκε στον διάδρομο. Τα ρουθούνια του έπαιζαν ακόμα, ανοιγοκλείνοντας αχόρταγα. Κι αυτό, γιατί η κοκόνα μας, λίγο πριν τις 11:00 είχε φροντίσει να ρίξει και στην κατσαρόλα, ολόφρεσκο χοιρινό, μπανιαρισμένο στο πετιμέζι και στολισμένο με τα δεντρολίβανα και τα άλλα μπαχαρικά του, αφήνοντας το να σιγογίνεται. Ετσι σε χαμηλή φωτιά, σιγογίνονταν και ο κ. Αιμίλιός της, όσην ώρα βρίσκονταν εκεί… Βλέπετε, η κ. Παπαδήμου, είχε βάλει σκοπό ν’ αλλάξει γειτονιά, κουζίνα, γκαρνταρόμπα κι αρώματα. Ηθελε και κάποιον να της δαγκώνει αχόρταγα τα μπρατσάκια , να παίζει τ’ ακροδάχτυλά του στο ζουμερό προγουλάκι της και να χώνει τη μούρη του στο πλούσιο στήθος της. Κι όπως φαίνεται, όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους... Λουϊζα Κορνάρου |